Το άγχος δεν είναι απλά μεταδοτικό, αλλά αλλάζει τον εγκέφαλο σε κυτταρικό επίπεδο.

Σε μια νέα έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature Neuroscience, ο…

 

 

 

καθηγητής Jaideep Bains και η ερευνητική του ομάδα από τη σχολή Ιατρικής του Πανεπιστημίου Calgory, ανακάλυψαν ότι το άγχος που μεταδίδεται από τους άλλους μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στη δομή του εγκεφάλου, όμοιες με εκείνες που προκαλούνται από το άγχος που βιώνει άμεσα το υποκείμενο.

Οι αλλαγές στον εγκέφαλο που συνδέονται με το άγχος, παρατηρούνται σε πολλές ψυχικών διαταραχών, όπως για παράδειγμα στη Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες (PTSD), στην Κατάθλιψη και στις Αγχώδεις Διαταραχές… Πρόσφατες μελέτες υποστηρίζουν ότι το άγχος και τα συναισθήματα μπορεί να είναι “μεταδοτικά”. Ωστόσο, δεν είναι ακόμα γνωστό αν οι συνέπειες αυτές έχουν διάρκεια,υποστηρίζουν οι ερευνητές.

Η ερευνητική ομάδα μελέτησε την επίδραση του άγχους σε ζευγάρια αρσενικών και θηλυκών ποντικών. Κατά την πειραματική διαδικασία, οι ερευνητές απομάκρυναν ένα ποντίκι από κάθε ζευγάρι και το έθεσαν σε συνθήκες μέτριου άγχους, ενώ στη συνέχεια το επέστρεψαν στο ταίρι του. Έπειτα, εξέτασαν την ανταπόκριση συγκεκριμένου πληθυσμού κυττάρων, κυρίως των CRH νευρώνων, που ελέγχουν την εγκεφαλική ανταπόκριση στο άγχος. Από την εξέταση στον ποντικό που εκτέθηκε σε άγχος και του συντρόφου του, βρέθηκε ότι τα δίκτυα του εγκεφάλου τους παρουσίασαν τις ίδιες αλλαγές.

Οι ερευνητές ισχυρίζονται: Το αξιοσημείωτο ήταν ότι οι νευρώνες CHR του ποντικού, που δεν εκτέθηκε σε πραγματική συνθήκη άγχους, παρουσίασε αλλαγές όμοιες με εκείνες του ποντικιού που εκτέθηκε σε αυτή τη συνθήκη.

Χρησιμοποιήθηκαν, επίσης, οπτογενετικές μέθοδοι για τον έλεγχο των νευρώνων, με σκοπό την ενεργοποίηση και απενεργοποίησή τους με ένα σήμα φωτός. Όταν η ομάδα κατάφερε να «ηρεμήσει» αυτούς τους νευρώνες κατά τη διάρκεια του στρες, εμπόδισε τις αλλαγές στον εγκέφαλο που κανονικά θα προέκυπταν μετά το άγχος. Πιο συγκεκριμένα, όταν το ποντίκι βίωνε μια συνθήκη άγχους, αλλά οι νευρώνες ήταν σε καταστολή, δεν συνέβαινε καμία εγκεφαλική αλλαγή.

Αντίστοιχα, όταν οι νευρώνες του ποντικού ήταν σε καταστολή, κατά την αλληλεπίδρασή του με το ποντίκι που είχε εκτεθεί σε άγχος, το άγχος δεν μπορούσε να μεταδοθεί. Αυτό που είναι αξιοσημείωτο, είναι πως όταν ενεργοποιούσαν τους νευρώνες, με σήμα φωτός, ακόμη και χωρίς να υπάρχει πραγματική συνθήκη άγχους σε έναν ποντικό, παρουσιάζονταν αλλαγές στη δομή του εγκεφάλου και σε αυτό αλλά και στο σύντροφό του, όπως ακριβώς θα συνέβαινε υπό πραγματικές συνθήκες άγχους.

Η ομάδα ανακάλυψε ότι η λειτουργία αυτών των νευρώνων προκαλεί την έκκριση μίας χημικής ουσίας, της «φερομόνης συναγερμού», από το ποντίκι που προειδοποιεί το σύντροφό του. Το ταίρι που ανιχνεύει το σήμα είναι σε θέση να ειδοποιεί, με τη σειρά του και τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας. Ο τρόπος αυτός, με τον οποίο διαδίδεται το σήμα του άγχους, αποκαλύπτει έναν βασικό μηχανισμό για τη μετάδοση πληροφοριών που μπορεί να είναι κρίσιμος για τη διαμόρφωση κοινωνικών δικτύων, σε διάφορα είδη.

Ένα ακόμα πλεονέκτημα των κοινωνικών δικτύων είναι η ικανότητά τους να ρυθμίζουν τα αποτελέσματα των ανεπιθύμητων ενεργειών. Η ερευνητική ομάδα βρήκε, επίσης, στοιχεία για την απομάκρυνση του άγχους από την ομάδα, κάτι που φαίνεται να συμβαίνει επιλεκτικά. Πιο συγκεκριμένα, παρατήρησαν ότι στα θηλυκά ποντίκια η επίδραση του άγχους στους  CRH νευρώνες, περιοριζόταν στο μισό μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, κάτι που δεν φάνηκε να συμβαίνει στα αρσενικά ποντίκια.

Ο Bains υποστηρίζει ότι τα ευρήματα αυτά θα μπορούσαν να εφαρμοστούν και στην ανθρώπινη λειτουργία και αλληλεπίδραση. Επικοινωνούμε με ευκολία το άγχος μας στους άλλους, μερικές φορές χωρίς καν να το γνωρίζουμε. Μάλιστα, υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι τα συμπτώματα άγχους μπορεί να εμφανίζονται και να επιμένουν στην οικογένεια και στα αγαπημένα πρόσωπα ανθρώπων που πάσχουν από Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες. Από την άλλη πλευρά όμως, η ικανότητα της ενσυναίσθησης της συναισθηματικής κατάστασης των άλλων, αποτελεί βασικό συστατικό της δόμησης κοινωνικών δικτύων και αλληλεπιδράσεων.

Αυτή η έρευνα δείχνει ότι το στρες και οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις συνδέονται περίπλοκα. Συνεπώς, αυτές οι αλληλεπιδράσεις μπορεί να επηρεάσουν σημαντικά και μακροχρόνια τη συμπεριφορά, γεγονός που ενισχύεται και από τα ευρήματα της παραπάνω μελέτης. Η μετάδοση των αισθήσεων και των συναισθημάτων, μέσω της αλληλεπίδρασης, φαίνεται να αποτελεί ένα συνολικό βιώμα, σε σωματικό αλλά και ψυχικό επίπεδο, για εκείνους που εμπλέκονται σε αυτή.

sciencedaily.com

Leave a Reply

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *